Μηδενικές Καταβολές για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας

Με βάση το άρθρο 8 παρ. 5 Ν.3869/2010 σε εξαιρετικές περιπτώσεις που υπάρχει σοβαρός λόγος, είναι δυνατό να οριστούν ελάχιστες ή και μηδενικές δόσεις κατά τα πρώτα 3 ως 5 χρόνια της ρύθμισης οφειλών. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι :

 

«Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ιδίας βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών».

Η ανωτέρω παράγραφος εξάλλου βρίσκει εφαρμογή και στην περίπτωση της χορήγησης προσωρινής διαταγής υπό τον όρο καταβολής μηνιαίων δόσεων προς του πιστωτές, μετά την πρόσφατη τροποποίηση του Ν.3869/2010 με τον Ν.4161/2013, κατά την οποία ο Ειρηνοδίκης, κάνοντας χρήση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 Ν.3869/2010 έχει δικαίωμα να ορίσει μηνιαία καταβολή μικρότερη του 10% των μηνιαίων δόσεων  που όφειλε να καταβάλλει ο αιτών σε όλους τους δανειστές, ακόμη και κάτω του ορίου των 40 ευρώ ή και μηδενική δόση.

Ωστόσο, στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 Ν.3869/2010 για  την εξαίρεσης της πρώτης κατοικίας από τη ρευστοποίηση, ο νόμος προστατεύει μεν την πρώτη κατοικία, έναντι όμως «ανταλλάγματος» που είναι δυνατό να ανέλθει έως και το 80 % της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου με την καταβολή μηνιαίων δόσεων σε χρονικό εύρος από 20 έως 35 έτη κατά περίπτωση, χωρίς κατ’ αρχήν να προβλέπεται ρητά στο νόμο, δυνατότητα αντίστοιχη με αυτήν της διάταξης του άρθρου 8 παρ.5 για τη δυνατότητα καταβολής ελαχίστων ή και μηδενικών δόσεων για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας.

Η νομολογία μέχρι σήμερα έχει αντιμετωπίσει το ζήτημα κρίνοντας ότι απόκειται στη ευχέρεια του Δικαστηρίου να καθορίσει το ποσοστό επί της εμπορικής (πριν την τροποποίηση του Ν.4161/2013 και ήδη αντικειμενικής) αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, που θα πρέπει ο τελευταίος να πληρώσει ως αντίτιμο για τη διατήρηση της κατοικίας του, με τη σκέψη ότι το άρθρο το 9 του Ν. 3869/2010, ορίζει μόνο το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής - ήτοι το 80% της αντικειμενικής αξίας όπως ισχύει σήμερα – παρέχοντας έτσι εμμέσως το νομοθετικό έρεισμα στο Δικαστήριο να κατέλθει ακόμη και σε επίπεδο μηδενικής καταβολής.

Αξιοσημείωτη λοιπόν είναι ως προς την κατεύθυνση αυτή η υπ’ αριθ. 32/2013 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας που έκρινε την περίπτωση μιας 37 χρονης άνεργης από τριετία, έγγαμη με αγρότη, χωρίς τέκνα και με συνολικό οικογενειακό εισόδημα 4.247,14 € μηνιαίως, πάσχουσα από διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη). Η αιτούσα είχε στην αποκλειστική κυριότητα της μια ισόγεια οικία επιφανείας 100,00 τ.μ. στη Καλαμάτα όπου διαμένει με την οικογένειά της, την οποία απέκτησε από κληρονομιά. Η αξία του παραπάνω ακινήτου σύμφωνα με την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας ήταν 54.900,00 €. και η αιτούσα είχε συνολικές οφειλές Ευρώ 93.517,98 € προς την τράπεζα από στεγαστικό δάνειο το οποίο ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης.

          Το Δικαστήριο ερμηνεύοντας το Ν.3869/2010 κατά τις γενικές αρχές του δικαίου έκρινε ότι αν και ο νόμος στην περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010 επιτρέπει ρητά τις μηδενικές καταβολές, στην περίπτωση της παρ. 9 δεν τις επιτρέπει μεν άμεσα, αλλά έμμεσα, με το να θέτει μόνο το ανώτατο όριο του ποσοστού καταβολής. Ειδικότερα το Δικαστήριο έκρινε ότι κατ` άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου, θέτει ως όριο της πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, την διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβιώσεως του πολίτη που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ εάν το Δικαστήριο στερήσει αυτήν την δυνατότητα στην αιτούσα τότε προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου, την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων, σε αντίθεση με την ως άνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη που πρέπει να διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του.

 

( H δημοσίευση έγινε από τον Δικηγόρο Νικόλαο Κωνσταντέλλο http://www.konstadellos.gr. Παρακαλώ μην αφαιρέσετε τον σύνδεσμο σε περίπτωση αναδημοσίευσης.)

          Με τις σκέψεις αυτές λοιπόν το Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω ότι υπό τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της αιτούσας, η κύρια κατοικία της θα πρέπει να εξαιρεθεί χωρίς ταυτόχρονα να υποχρεωθεί η αιτούσα να ικανοποιήσει τους πιστωτές με την καταβολή χρηματικού ποσού, κατ` άρθρο 9, παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ειδικότερα, τούτο επιβάλλεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει της αποδεδειγμένης πραγματικής αδυναμίας της αιτούσης να επιβιώσει με την πενιχρή σύνταξη που λαμβάνει και της φύσεως της πάθησης της σε συνδυασμό με την αδυναμία εξεύρεσης εργασίας λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης και της ηλικίας της και τον σκοπό της επανένταξης του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, τον οποίο υπηρετεί ο Ν. 3869/2010 (βλ. αιτιολογική έκθεση), ο οποίος θα είναι αδύνατον να εκπληρωθεί, εάν αφαιρεθεί και άλλο ποσό από το ήδη ανεπαρκές, εισόδημα της αιτούσης. Κατ` ακολουθίαν, αφού ορισθούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές και εξαιρεθεί η κύρια κατοικία της αιτούσης, θα πρέπει κατ` άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 να ορισθεί νέα δικάσιμος για την διερεύνηση περιπτώσεως επαναπροσδιορισμού των μηνιαίων μηδενικών καταβολών.

Leave a comment

Make sure you enter the (*) required information where indicated. HTML code is not allowed.