ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ

Μείωση του επιτοκίου - Επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής - Διαγραφή χρεών (μερικών ή ολικών).

Ο Ν.3869/2010 δίνει τη δυνατότητα σε φυσικά πρόσωπα που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών τους να προβούν σε ρύθμιση και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών.

Ειδικότερα, ο νόμος προβλέπει τα εξής στάδια ρύθμισης:

1. Προδικαστικός συμβιβασμός: Τα μέρη δύνανται πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στο Ν.3869/2010 να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 του παρόντος ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου συνοδευόμενο από το πρακτικό αποτυχίας της διαμεσολάβησης. Στο πλαίσιο του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δύναται να ζητά τη συμβουλευτική συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού, της Ένωσης Καταναλωτών του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή Δικηγόρου.

2. Αίτηση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο: η αίτηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά την κατάσταση της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και του / της συζύγου, την κατάσταση των πιστωτών και των απαιτήσεων και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

3. Χορήγηση Προσωρινής Διαταγής:  Ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την υποχρεωτικά ορισθείσα δικάσιμο για τη διερεύνηση τυχόν επίτευξης προδικαστικού συμβιβασμού, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, με αντάλλαγμα την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως ή προνομιακά στους εμπραγμάτως εξασφαλισμένους πιστωτές, αναλόγως αν υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών βρίσκεται σε χρόνια ανεργία, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, έχει ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ή υφίστανται άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, οπότε και στην περίπτωση αυτή ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση.

4. Συμβιβασμός ενώπιον Ειρηνοδικείου: ο συμβιβασμός επιτυγχάνεται με συμφωνία πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποίων υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

5. Δικαστική ρύθμιση οφειλών: Εφόσον δεν επέλθει συμβιβασμός, το δικαστήριο μετά από έλεγχο και εφόσον κρίνει ότι δεν επαρκούν τα περιουσιακά στοιχεία και τα εισοδήματα του οφειλέτη για την αποπληρωμή των χρεών, προχωρά στη ρύθμιση των οφειλών.

Ο νόμος προβλέπει τη ρύθμιση με καταβολή μηνιαίων καταβολών για χρονική περίοδο τριών εως πέντε ετών, που εφόσον τηρηθεί  οδηγεί  σε οριστική απαλλαγή των υπολοίπων χρεών.

Οι πλέον ευνοημένοι είναι οι οφειλέτες εκείνοι, που δεν είναι κύριοι ακίνητης περιουσίας, πλην της πρώτης κατοικίας, και που διαθέτουν χαμηλό οικογενειακό εισόδημα.

Ειδικής πρόνοιας τυγχάνουν όσοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας ή τελούν σε χρόνια ανεργία ή έχουν ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών ή άλλους λόγους ίδιας βαρύτητας. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί και να αποφασιστεί από το Ειρηνοδικείο ακόμη και η μηδενική μηνιαία καταβολή και η πλήρης απαλλαγή από τα χρέη.

Το άρθρο 9 του νόμου προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης από τη ρευστοποίηση ως προς την πρώτη κατοικία, εφόσον η αξία της δεν υπερβαίνει το αφορολόγητο όριο απόκτησής της προσαυξημένη κατά 50% (Σημειώνεται ότι το αφορολόγητο όριο για έναν άγαμο φορολογούμενο είναι 200.000 ευρώ, οπότε η αντικειμενική αξία της κατοικίας του για να μην κινδυνεύσει με επίσπευση πλειστηριασμού δε θα πρέπει να ξεπερνά τις 300.000 ευρώ). Υπενθυμίζουμε, ωστόσο, ότι με το Ν.4224/2013 ήδη έχουν απαγορευτεί έως τις 31/12/2014 υπο προϋποθέσεις, οι πλειστηριασμοί της πρώτης κατοικίας

Πάντως, η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη – δανειολήπτη της ρύθμισης χρεών, ήτοι η καταβολή μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών εως πέντε ετών ορισμένου ποσού για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του ,επιφέρει την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών.

Ο δανειολήπτης καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας έχει καθήκον ειλικρινούς δήλωσης τόσο των περιουσιακών του στοιχείων όσο και των εισοδημάτων του. Η παράβαση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται την απόρριψη του αιτήματος ρύθμισης των οφειλών με απαλλαγή.

Ιδιαίτερη είναι η αντιμετώπιση εφόσον υπάρχει αξιόλογη ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών. Σε αυτή τη περίπτωση ορίζεται εκκαθαριστής, έργο του οποίου θα είναι η εκποίηση της περιουσίας και η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών.

Η προστασία της κύριας κατοικίας και η εξαίρεση της από την ρευστοποίησιμη περιουσία, συνεπάγεται την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι του ποσού του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, με περίοδο χάριτος και επιτόκιο ενήμερης οφειλής ή μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου και χωρίς ανατοκισμό. Η περίοδος της τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης της οφειλής μπορεί να κυμαίνεται από 20 εως και 35 έτη, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της δανειακής σύμβασης.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για έναν ευνοϊκό νόμο, που αντιμετωπίζει σε ικανοποιητικό βαθμό το μεγάλο και χρόνιο πρόβλημα της υπερχρέωσης των νοικοκυριών.